Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η: Αυτό το νερό ΔΕΝ πίνεται!
24/07/2014
βάλε της τσιμπιδάκι
Με ένα τσιμπιδάκι θα τη συγκρατήσεις
24/07/2014
Δείτε όλα

Γιατροσόφια: Καπνός

Ο καπνός ως γιατροσόφι:

  • Τα ψιλοκομμένα φύλλα του καπνού χρησιμοποιούνται ως αιμοστατικό και αντισηπτικό στα τραύματα

Τι γνωρίζετε για τον καπνό;

***Σημ*** Οπου υπάρχει το γράμμα κ. σημαίνει καπνός
Ονομασία που αποδίδεται στο γένος Nicotiana, σε ορισμένα είδη αυτού του γένους και στα ξηραμένα φύλλα αυτών των φυτών. Από το είδος Nicotiana rustica παράγεται ο κ. σε ορισμένες περιοχές της Ευρώπης, ωστόσο το παγκόσμιο εμπόριο κ. στηρίζεται στο είδος Nicotiana tabacum.Ο κ. είναι ποώδες, μονοετές φυτό που κατάγεται από την Αμερική. Μεταφέρθηκε στην Ευρώπη από τον Χριστόφορο Κολόμβο και καλλιεργήθηκε αρχικά για βοτανικούς σκοπούς. Όμως, οι ιδιότητές του έγιναν γνωστές χάρη στον Γάλλο πρεσβευτή στην Πορτογαλία Ζαν Νικότ, στον οποίο αποδίδεται και η επιστημονική ονομασία του κ. Από το 1561 ο κ. αποτέλεσε αντικείμενο όλο και πιο εντατικής καλλιέργειας, η οποία ρυθμιζόταν και ελεγχόταν από ειδικούς κανονισμούς.
O κ. (Nicotiana tabacum) ανήκει στην οικογένεια των σολανωδών (δικοτυλήδονα) και συναντάται μόνο σε καλλιέργειες. Έχει 24 ζεύγη χρωμοσωμάτων, θαμνώδη, όρθιο, μονοστέλεχο (σπάνια πολυστέλεχο) βλαστό, ύψους 0,6-2,7 μ. Τα φύλλα του είναι εναλλασσόμενα, άμισχα, πολύ πλατιά, ωοειδή ή λογχοειδή, ενώ τα άνθη του –λευκά, ρόδινα, κόκκινα ή βιολετί, ανάλογα με την ποικιλία– έχουν στεφάνη με μακρύ και πλατύ σωλήνα και σχηματίζουν επάκριους φοβοειδείς κορύμβους. Σε αυτά υπάρχουν πέντε ανθήρες, οι οποίοι απελευθερώνουν κολλοειδή γύρη καθώς το άνθος ανοίγει. Τα περισσότερα άνθη γονιμοποιούνται με αυτοεπικονίαση. Ο καρπός είναι ασκόμορφη κάψα με πολυάριθμα μικρά σπέρματα, ωοειδή και τραχιά. Ολόκληρο το φυτό είναι ιξώδες, επειδή έχει πολλές αδενώδεις-ρητινώδεις τρίχες.
Από τα καπνόφυτα χρησιμοποιούνται τα φύλλα, με τα οποία παρασκευάζονται διάφορα προϊόντα, έπειτα από κατάλληλη επεξεργασία, όπως πούρα, τσιγάρα, κ. πίπας και ναργιλέ, λεπτή σκόνη (ταμπάκο της μύτης) και διάφορα υποπροϊόντα, όπως αντιπαρασιτικές σκόνες και εκχυλίσματα.
Τα φύλλα περιέχουν, εκτός από τα πολυάριθμα άλλα συστατικά (κυτταρίνη, πρωτεΐνες, ρητίνες, αιθέρια έλαια, οργανικά οξέα και τα άλατά τους), ένα αλκαλοειδές, τη νικοτίνη, που αποτελεί την αιτία επίδρασης του κ. στο νευρικό σύστημα και στην καρδιά και, όπως φαίνεται, είναι o κυριότερος υπεύθυνος των επιβλαβών επιδράσεων του κ. στον ανθρώπινο οργανισμό. To ποσοστό της νικοτίνης στα φύλλα ποικίλλει από 0,6% έως 9%.
Σήμερα καλλιεργούνται πολυάριθμες ποικιλίες κ., που αντιστοιχούν στους διάφορους τύπους αρώματος των πούρων και των τσιγάρων. Καλλιεργούνται επίσης μερικά συγγενικά είδη για τον ίδιο σκοπό (Nicotiana rustica, Nicotiana purpurea). Η ποιότητα του προϊόντος και των υποπροϊόντων εξαρτάται επίσης και από το οικολογικό περιβάλλον όπου ζει το φυτό, την υγρασία, το φως και τη λίπανση.
Στο εμπόριο, ο κ. διακρίνεται σε βορειοαμερικανικό: Μέριλαντ, Βιρτζίνια, Κεντάκι· των δυτικών Ινδιών: Κούβας, Πόρτο Ρίκο, Αγίου Δομίνικου· νοτιοαμερικανικό: Βραζιλίας, Βαρίνας· ανατολικοϊνδικό: περσικός, Μανίλας, Ιάβας, κινεζικός, ιαπωνικός· ευρωπαϊκό: βελγικός, γαλλικός, ιταλικός, ολλανδικός, γερμανικός κλπ.· ανατολικό: ελληνικός, τουρκικός, βουλγαρικός, σερβικός.
Σύμφωνα με στοιχεία του 2000, η παγκόσμια παραγωγή κ. κυμαίνεται σε ετήσια βάση περίπου στα 6,5 εκατ. τόνους. Η κυριότερη καπνοπαραγωγός χώρα είναι η Κίνα (40% της παγκόσμιας παραγωγής) και ακολουθούν οι ΗΠΑ (13%), οι ασιατικές χώρες (20% συνολικά) και η ΕΕ (5,5%). Η Ελλάδα βρίσκεται στην όγδοη θέση της παγκόσμιας κατάταξης (2%), με ετήσιο μέσο όρο παραγωγής 126.000 τόνους.
Ιστορία. Κατά τα τέλη του 1ου αι. μ.Χ., οι γηγενείς της Βόρειας Αμερικής χρησιμοποιούσαν τον κ. κατά τις θρησκευτικές ή μαγικές τελετές τους καπνίζοντας μέσα σε χοντρές πίπες, σκαλισμένες σε κόκκινη πέτρα, ή τυλίγοντας τα καπνόφυλλα μέσα στα βράκτια φύλλα του σπάδικα (ρόκα ή κούκλα) του αραβόσιτου. Αργότερα, ο κ. διαδόθηκε στους αυτόχθονες, διατηρώντας ένα μέρος από τον τελετουργικό χαρακτήρα του. Μερικές φυλές τον εισέπνεαν από τη μύτη (αφού τον είχαν μετατρέψει σε λεπτή σκόνη), χρησιμοποιώντας ένα πρωτόγονο όργανο από καλάμι σε σχήμα Y, του οποίο τα δύο πάνω άκρα τοποθετούνταν στα δύο ρουθούνια.
Η φήμη για τις θεραπευτικές ιδιότητες του κ. παρακίνησε τους Ευρωπαίους να επιχειρήσουν την καλλιέργειά του σε μεγάλη κλίμακα, αρχικά στην ίδια την Αμερική και έπειτα στην Ευρώπη. Οι πρώτοι σπόροι του κ. μεταφέρθηκαν στην Ισπανία το 1559 από τον Φρανθίσκο Ερνάντεθ Μπονκάλο του Τολέδο. Ο Ζαν Νικότ (1530-1600), πρεσβευτής της Γαλλίας στην Πορτογαλία, διευκόλυνε τη διάδοσή του, συνιστώντας τη χρήση του στη γαλλική Αυλή. Ο κ. διαδόθηκε πολύ σύντομα όχι μόνο στην Αυλή της Αικατερίνης των Μεδίκων, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη, επειδή θεωρήθηκε φάρμακο για πολλές αρρώστιες. Προς τιμήν του Νικότ, o βοτανολόγος Ζακ Ντελασάνς έδωσε στο φυτό την επιστημονική ονομασία Herba nicotiana.
Από τον 17o αι. και μετά ο κ. μεταμορφώθηκε σε ένα εξημερωμένο φυτικό είδος. Το κάπνισμα ή η εισπνοή του ταμπάκου από τη μύτη αποτέλεσε ένα είδος καθολικής μανίας, παρά τις επικλήσεις των γιατρών που είχαν αρχίσει να το χαρακτηρίζουν βλαβερό. Λόγοι εκκλησιαστικοί και εσωτερικής πολιτικής είχαν επιβάλει μονοπωλιακά καθεστώτα ή απαγόρευαν την καλλιέργεια. Ένα κινεζικό διάταγμα του 1638 όριζε την ποινή του αποκεφαλισμού για τους μεταπωλητές κ.· πολύ αυστηρές ποινές προβλέπονταν επίσης και στη Ρωσία.
Παρ’ όλα αυτά, η παγκόσμια δημοτικότητα του κ. αυξανόταν ραγδαία, αγγίζοντας πρωτοφανείς διαστάσεις με την ευρεία κατανάλωση των πούρων και τσιγάρων που ξεκίνησε τον 19o αι. και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Ο κ. στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα, o κ. άρχισε πιθανότατα να καλλιεργείται στην περιοχή της Θεσσαλονίκης κατά τα τέλη του 16ου αι. ή στις αρχές του 17ουαι. Στα νεότερα χρόνια απέκτησε μεγάλη οικονομική σημασία, επειδή αξιοποιεί φτωχά επικλινή εδάφη και αποδίδει σχετικά υψηλό εισόδημα. Σήμερα εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα κυριότερα εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας.
Ο κ. καλλιεργείται σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, κυρίως στη Μακεδονία, στη Θράκη και στη Θεσσαλία.
Η καλλιέργεια του κ. είναι εντατική και απορροφά όλο τον εργάσιμο χρόνο της αγροτικής οικογένειας. Υπολογίζεται ότι με την καπνοκαλλιέργεια απασχολούνται σήμερα περίπου 65.000 αγροτικές οικογένειες, πολύ λιγότερες σε σχέση με τις περίπου 200.000 το 1965, αλλά απαρτίζουν το 10% του αγροτικού δυναμικού της χώρας και το 48% των καπνοπαραγωγών της ΕΕ. Οι κυριότερες παραδοσιακές καλλιεργούμενες ποικιλίες είναι οι εξής: μπασμάς, η κυρίως ευγενής ποικιλία ανατολικών κ. που καλλιεργείται στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη· καμπά-κουλάκ (Κεντρική Μακεδονία, με επέκταση στην Ανατολική Μακεδονία-Θράκη, προς μερική αντικατάσταση της ποικιλίας μπασμά)· σπόρος Σαμψούντα (Πιερία-Κατερίνη)· μυρωδάτα Σμύρνης (Εορδαία, Δυτική Μακεδονία και νησιά Αιγαίου)· μυρωδάτα Αγρινίου (Αιτωλοακαρνανία)· σαρί (Θεσσαλία)· μπασή-μπαγλή (Aνατολική Μακεδονία)· μαύρα Άργους (Αργοναυπλία)· μαύρα Θεσσαλίας (Θεσσαλία). Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής κυριαρχείται από τις ποικιλίες ουδέτερου τύπου κ. (όπως τα καμπά-κουλάκ κατά πρώτο λόγο, τα Σαμψούς και τα μυρωδάτα Σμύρνης και Αγρινίου) και την ποικιλία μπασμά (αρωματικός τύπος). Τα τελευταία χρόνια καλλιεργείται στην Ελλάδα και o αμερικανικός τύπος κ. Μπέρλεϊ, η παραγωγή του οποίου, από περίπου 450 τόνους το 1962, έφτασε σε 5.600 το 1966 και σε 12.364 το 1998. Ο τύπος αυτός κ. καλλιεργείται σε πεδινά, αρδευόμενα εδάφη και οι στρεμματικές αποδόσεις του είναι πολύ μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες των ανατολικών κ. Επίσης αμερικανική εισαγωγή αποτελούν οι κ. ποικιλίας Βιρτζίνια, η παραγωγή των οποίων ανήλθε σε 30.621 τόνους το 1998. Οι ποικιλίες εσωτερικής κατανάλωσης είναι κυρίως τα τσεμπέλια Αιτωλοακαρνανίας-Ηπείρου και τα μαύρα Άργους και Θεσσαλίας. Αυτοί αντιπροσωπεύουν περίπου το 10% της εγχώριας συνολικής παραγωγής κ. και χαρακτηρίζονται ως τύπου γεύσης. Το 2000 οι καλλιέργειες κ. έφτασαν τα 650.000 στρέμματα σε ολόκληρη τη χώρα.
Ο ελληνικός κ. χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την παρασκευή τσιγάρων, είτε αμιγής είτε αναμεμειγμένος με άλλους ξένους τύπους κ. Το 90% της εγχώριας παραγωγής εξάγεται.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Θέλεις να το σχολιάσεις;